ἀκρόπολις


ἀκρόπολις
ἡ ἀκρόπολις (ἄκρος + πόλις) укрепленный верхний город,

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀκρόπολις" в других словарях:

  • ἀκρόπολις — upper fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροπόλις — ἀκροπόλῑς , ἀκρόπολις upper fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ακρόπολις — Τίτλος αθηναϊκών εφημερίδων. 1. Ημερήσια πολιτική και ειδησεογραφική εφημερίδα. Εκδόθηκε το 1883 από τον Βλάση Γαβριηλίδη. Η έκδοση της εφημερίδας αυτής, με το φιλελεύθερο, προοδευτικό και μαχητικό πνεύμα που τη διέκρινε, σημείωσε σταθμό στην… …   Dictionary of Greek

  • ἀκροπόλει — ἀκρόπολις upper fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀκροπόλεϊ , ἀκρόπολις upper fem dat sg (epic) ἀκρόπολις upper fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροπόλεις — ἀκρόπολις upper fem nom/voc pl (attic epic) ἀκρόπολις upper fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροπόλεσι — ἀκρόπολις upper fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροπόλεσιν — ἀκρόπολις upper fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροπόληα — ἀκρόπολις upper fem acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροπόληες — ἀκρόπολις upper fem nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροπόληι — ἀκρόπολις upper fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροπόληος — ἀκρόπολις upper fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)